εἴκοσι


εἴκοσι
двадцать

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "εἴκοσι" в других словарях:

  • εἵκοσι — εἴκοσι , εἴκοσι twenty indeclform (numeral) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἴκοσι — twenty indeclform (numeral) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • είκοσι — άκλ. αριθμ. απόλ. 1. ποσότητα δύο δεκάδων ως ενιαίο σύνολο: Είκοσι στρατιώτες. 2. με το ουδ. αρθρ. ως ουσ., το είκοσι: α) ο αριθμός 20: Το γινόμενο του είκοσι επί το τρία είναι 60. β) το πράγμα που έχει τον αριθμό 20: Το είκοσι δωμάτιο του… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • είκοσι — (AM εἴκοσι και προ φωνήεντος εἴκοσιν Α και επικ. ἐείκοσι και ἐείκοσιν) (απόλ. αριθμητ.) ποσότητα δύο δεκάδων νεοελλ. (ως ουσ. με άρθρο) 1. το είκοσι α) η γραφική παράσταση τού αριθμού β) οτιδήποτε έχει τον αριθμό είκοσι (π.χ. θέση, λαχνός,… …   Dictionary of Greek

  • είκοσι — [икоси] αριβ двадцать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • εἰκόσι — ἔοικα as perf part act masc/neut dat pl εἰκός like truth perf part act masc/neut dat pl εἰκών likeness fem dat pl (epic ionic) εἰκών likeness fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἴκοσ' — εἴκοσι , εἴκοσι twenty indeclform (numeral) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεἴκοσι — εἴκοσι , εἴκοσι twenty indeclform (numeral) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ταρσού μάρτυρες — Είκοσι χριστιανοί οι οποίοι μαρτύρησαν στην Τ. στα χρόνια του Διοκλητιανού (290). Για τους μάρτυρες αυτούς γράφει ο Αυγουστίνος. Η Δυτ. Oρθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη τους στις 6 Ιουνίου …   Dictionary of Greek

  • εἴκατι — εἴκοσι twenty doric (indeclform numeral) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἴκοσιν — εἴκοσι twenty nu̱movable indeclform (numeral) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)